Meaning of ανωμαλία | Babel Free
/[anɔmaˈlia]/Ορισμοί
- αφύσικη συμπεριφορά ή πράξη
- μη αποδεκτή κοινωνικά συμπεριφορά
- ελαττωματική παραμόρφωση σκελετού, οργάνου κ.λπ.
- προεξοχή ή εσοχή στο έδαφος ή σε (λεία) επιφάνεια
Ισοδύναμα
English
Anomaly
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.