Meaning of διαστροφή | Babel Free
/ðʝastɾoˈfi/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρέφω
- παραποίηση ή αλλοίωση μιας φυσιολογικής λειτουργίας ή ενέργειας
- παραποίηση ή αλλοίωση μιας φυσιολογικής λειτουργίας ή ενέργειας (ιδίως στον σεξουαλικό τομέα)
- διαστρέβλωση
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Έγινε διαστροφή του κειμένου, προκειμένου να φανεί ανίκανος.”
The piece of writing was distorted in order for him to appear incompetent.
“Η παιδοφιλία είναι γνωστή σεξουαλική διαστροφή.”
Paedophilia is a known sexual perversion.
“Και μιλάμε επίσης για πρόσωπα των οποίων η καθημερινότητα ρέπει μονίμως προς το κακό και τη διαστροφή, χτίζοντας μια ανθρωπολογία της απανθρωπιάς κατάστικτη από εμμονές και ψυχώσεις που σκοτώνουν. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.