HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαστρωμάτωση | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρωματώνω
  2. ο χωρισμός της κοινωνίας σε στρώματα, σε κοινωνικά τμήματα, άλλα «ανώτερα» κι άλλα «κατώτερα»
    especially

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαστρωμάτωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course