Meaning of διαστρωμάτωση | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρωματώνω
-
ο χωρισμός της κοινωνίας σε στρώματα, σε κοινωνικά τμήματα, άλλα «ανώτερα» κι άλλα «κατώτερα» especially
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.