Σημασία του βίτσιο | Babel Free
ˈvi.t͡sçoΟρισμοί
ιδιόρρυθμη ή παράξενη συνήθεια
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Το κάπνισμα είναι το μόνο βίτσιο του.”
Smoking is his only vice.
“Το βίτσιο της είναι να την δένουνε.”
Her fetish is being tied up.
“Έχει βίτσιο με την αμερικάνικη μουσική.”
He has an obsession for American music.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free