Meaning of φετίχ | Babel Free
/feˈtix/Ορισμοί
- αντικείμενο ή πλάσμα (συνήθως ζώο) που λατρεύεται από διάφορους πολιτισμούς για τις υπερφυσικές του ιδιότητες
- η σεξουαλική έλξη από κάτι ερωτικό ή μη
-
η απόδοση ανύπαρκτων ιδιοτήτων σε ένα αντικείμενο, συχνά -αλλά όχι πάντα- για ερωτική ικανοποίηση figuratively
Ισοδύναμα
English
Fetish
Παραδείγματα
“Τα τακούνια είναι το φετίχ του.”
High heels are his fetish.
“Έχει φετίχ με τα βιβλία.”
He has an obsession with books.
“το φετίχ του είναι οι κόκκινες γόβες (τον διεγείρουν σεξουαλικά)”
“το φετίχ τους είναι το χρήμα (το λατρεύουν σαν κάτι θεϊκό)”
“Ούτε το ευρώ ούτε η δραχμή μπορεί να είναι φετίχ. (Εφημερίδα Καθημερινή, 30/3/2013)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.