Meaning of υποχρέωση | Babel Free
/ipoˈxɾeosi/Ορισμοί
- ό,τι ο νόμος (γραπτός ή άγραφος) ή κάτι άλλο σε αναγκάζει να πράξεις
- οικονομική, κοινωνική κ.λπ. δέσμευση
- η αίσθηση ότι οφείλεις σε κάποιον σε ηθικό και άυλο επίπεδο για κάτι που σου προσέφερε
- η οφειλή, πληρωτέο χρηματικό ποσό, κάτι που πρέπει να πληρωθεί (δάνεια, αγορές από προμηθευτές, κλπ., όπως δευτερευόντως και τα κεφάλαια που έχουν καταθέσει οι μέτοχοι). Είναι στοιχείο του Παθητικού
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Κανείς δεν έχει την υποχρέωση να κάνει αυτό που δεν θέλει.”
Nobody has an obligation to do what they don't want to.
“η εταιρία είναι επισφαλής, οι Υποχρεώσεις της είναι είκοσι φορές περισσότερες από τα Ίδια Κεφάλαια”
“υπώνυμα: εμπορική υποχρέωση, πρόβλεψη”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.