HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του υποχρέωση | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
ipoˈxɾeosi

Ορισμοί

  1. ό,τι ο νόμος (γραπτός ή άγραφος) ή κάτι άλλο σε αναγκάζει να πράξεις
  2. οικονομική, κοινωνική κ.λπ. δέσμευση
  3. η αίσθηση ότι οφείλεις σε κάποιον σε ηθικό και άυλο επίπεδο για κάτι που σου προσέφερε
  4. η οφειλή, πληρωτέο χρηματικό ποσό, κάτι που πρέπει να πληρωθεί (δάνεια, αγορές από προμηθευτές, κλπ., όπως δευτερευόντως και τα κεφάλαια που έχουν καταθέσει οι μέτοχοι). Είναι στοιχείο του Παθητικού

Ισοδύναμα

English duty Liability must obligation
Français obligation
Română obligație

Παραδείγματα

“Κανείς δεν έχει την υποχρέωση να κάνει αυτό που δεν θέλει.”

Nobody has an obligation to do what they don't want to.

“η εταιρία είναι επισφαλής, οι Υποχρεώσεις της είναι είκοσι φορές περισσότερες από τα Ίδια Κεφάλαια”
“υπώνυμα: εμπορική υποχρέωση, πρόβλεψη”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη υποχρέωση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free