HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of υποχρεωτικότητα | Babel Free

Noun CEFR C2

Ορισμοί

το να είναι κάποιος ή κάτι υποχρεωτικό(ς), η ιδιότητα του υποχρεωτικού

Παραδείγματα

“※ Στο πλαίσιο της εκάστοτε υπουργικής απόφασης, θα ορίζεται η ομάδα του πληθυσμού ως προς την οποία θα καθίσταται υποχρεωτικός ο εμβολιασμός με καθορισμένο εμβόλιο, η τυχόν καθορισμένη περιοχή υπαγωγής στην υποχρεωτικότητα, το χρονικό διάστημα ισχύος της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού. (www.lifo.gr, 4/2/2020)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See υποχρεωτικότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course