μπανάνα
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο
- o καρπός της μπανανιάς. Φρούτο στενόμακρο, σε σχήμα μισοφέγγαρου, είναι πράσινη όταν είναι άγουρη και κίτρινη όταν ωριμάσει, έχει παχιά φλούδα που ανοίγει σε 4-5 κομμάτια, λευκή τρυφερή και γλυκιά "σάρκα".
- είδος βύσματος
- τσαντάκι που φοριέται στη μέση (συνήθως με σχήμα μπανάνας)
- φουσκωτή βάρκα με σχήμα μπανάνας
Ισοδύναμα
45 more languages
Afrikaanspiesang
አማርኛሙዝ
Българскибанан
Danskbanan
Ελληνικάμπανανόψωμο
Esperantobanano
Eestibanaan
Hausaayaba
עבריתבננה
हिन्दीकेला
Magyarbanán
Bahasa Indonesiapisang
Italianobanana
Kurdîmûz
Lietuviųbananas
Bahasa Melayupisang
Maltibanana
Românăbanan
Русскийбанан
Ikinyarwandaneke
Soomaalimuus
Shqipbanane
Svenskabanan
Kiswahilindizi
Tagalogsaging
Türkçemuz
isiZuluubhanana
Παραδείγματα
“ασύρματο μικρόφωνο”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free