Meaning of ρόμπα | Babel Free
/ˈɾo.ba/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- πρόχειρο μακρύ ρούχο που κουμπώνει ή δένει μπροστά, συνήθως γυναικείο
- μακρύ επίσημο ένδυμα, δηλωτικό ιδιότητας
- επαγγελματικής:
- η τήβεννος που φορούν οι δικαστές ή οι απόφοιτοι
Ισοδύναμα
English
dressing gown
Παραδείγματα
“γίνομαι ρόμπα”
to be made to look a fool
“Οι γιατροί και οι νοσοκόμες φορούν στο νοσοκομείο άσπρες ρόμπες.”
“※ Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν τη δικαστική τήβεννο robe, ρόμπα! Θα μεταφράζαμε ποτέ στα ελληνικά «ο δικαστής έβαλε τη ρόμπα του», χωρίς να γίνουμε ρόμπες; (από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 27 Φεβρουαρίου 2010)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.