HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ρόμπα | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ˈɾo.ba/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. πρόχειρο μακρύ ρούχο που κουμπώνει ή δένει μπροστά, συνήθως γυναικείο
  3. μακρύ επίσημο ένδυμα, δηλωτικό ιδιότητας
  4. επαγγελματικής:
  5. η τήβεννος που φορούν οι δικαστές ή οι απόφοιτοι

Ισοδύναμα

English dressing gown

Παραδείγματα

“γίνομαι ρόμπα”

to be made to look a fool

“Οι γιατροί και οι νοσοκόμες φορούν στο νοσοκομείο άσπρες ρόμπες.”
“※ Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν τη δικαστική τήβεννο robe, ρόμπα! Θα μεταφράζαμε ποτέ στα ελληνικά «ο δικαστής έβαλε τη ρόμπα του», χωρίς να γίνουμε ρόμπες; (από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 27 Φεβρουαρίου 2010)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ρόμπα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course