HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ρόμπα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
ˈɾo.ba

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. πρόχειρο μακρύ ρούχο που κουμπώνει ή δένει μπροστά, συνήθως γυναικείο
  3. μακρύ επίσημο ένδυμα, δηλωτικό ιδιότητας
  4. επαγγελματικής:
  5. η τήβεννος που φορούν οι δικαστές ή οι απόφοιτοι

Ισοδύναμα

33 more languages

Παραδείγματα

“γίνομαι ρόμπα”

to be made to look a fool

“Οι γιατροί και οι νοσοκόμες φορούν στο νοσοκομείο άσπρες ρόμπες.”
“※ Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν τη δικαστική τήβεννο robe, ρόμπα! Θα μεταφράζαμε ποτέ στα ελληνικά «ο δικαστής έβαλε τη ρόμπα του», χωρίς να γίνουμε ρόμπες; (από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 27 Φεβρουαρίου 2010)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ρόμπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free