HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ρόμπα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
ˈɾo.ba

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. πρόχειρο μακρύ ρούχο που κουμπώνει ή δένει μπροστά, συνήθως γυναικείο
  3. μακρύ επίσημο ένδυμα, δηλωτικό ιδιότητας
  4. επαγγελματικής:
  5. η τήβεννος που φορούν οι δικαστές ή οι απόφοιτοι

Ισοδύναμα

Български пеньоа́р халат
Bosanski bata idiot župan
Català bati
Čeština roucho župan
Cymraeg gŵn tŷ
English dressing gown Fool Gown idiot robe Robe
Esperanto ĥalato negliĝo
Español bata bata batín
Suomi aamutakki
Français peignoir robe robe robe de chambre toge
Gàidhlig còta-leapa
Hrvatski bata idiot župan
Íslenska baðsloppur
Italiano robe vestaglia
ქართული ხალათი
Қазақша халат
한국어 가운 실내복
Kurdî batî batin
Lietuvių chalatas
Latviešu halāts
Nederlands japon kamerjas toga
Português manto manto robe roupão
Română halat
Русский пеньюар халат
Српски bata idiot župan
Svenska morgonrock
Українська халат
Oʻzbekcha xalat

Παραδείγματα

“γίνομαι ρόμπα”

to be made to look a fool

“Οι γιατροί και οι νοσοκόμες φορούν στο νοσοκομείο άσπρες ρόμπες.”
“※ Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν τη δικαστική τήβεννο robe, ρόμπα! Θα μεταφράζαμε ποτέ στα ελληνικά «ο δικαστής έβαλε τη ρόμπα του», χωρίς να γίνουμε ρόμπες; (από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 27 Φεβρουαρίου 2010)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ρόμπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free