HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δύσκολος

Επίθετο θηλυκό CEFR C1 Standard
ˈðiskolos

Ορισμοί

  1. που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα
  2. που απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεξιότητες ή μόχθο για την επίτευξή του
  3. που δε γίνεται εύκολα κατανοητός
  4. που δεν παρουσιάζει κάποιο πλεονέκτημα, αλλά δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια και δυσχέρειες
  5. που δεν είναι κατάλληλος, που είναι απρόσφορος για κάποιον/κάτι
  6. που είναι γεμάτος προβλήματα και δυσχέρειες
  7. που δεν μπορεί να θεραπευθεί εύκολα
  8. για προβληματικές ενέργειες ή καταστάσεις
  9. που προξενεί προβλήματα, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς εύκολα τον ιδιότροπο χαρακτήρα του
  10. που δεν μπορεί εύκολα να ικανοποιηθεί με κάτι, που είναι πολύ λεπτόλογος σε κάθε επιλογή του.

Ισοδύναμα

33 more languages
Catalàexigent
Eestitõrges
Gaeilgecranrach
हिन्दीनटखट
Bahasa Indonesiarewelsukar
Íslenskaerfiður
Lëtzebuergeschglottkriddeleg
Latviešumezglains
Македонскинеуслужлив
Portuguêsexigente
ไทยเยอะ

Παραδείγματα

“Τα Κινέζικα είναι δύσκολη γλώσσα να μάθεις.”

Chinese is a difficult language to learn.

“Η Ελλάδα περνάει δύσκολους καιρούς με την οικονομία της.”

Greece is going through tough times with the economy.

“Ο πατέρας μου πάσχει από δύσκολη ασθένεια.”

My father is suffering from a refractory illness.

“Η μητέρα μου πάντα ήταν δύσκολος άνθρωπος.”

My mother was always a difficult person.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δύσκολος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free