Σημασία του δύσκολος | Babel Free
ˈðiskolosΟρισμοί
- που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα
- που απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεξιότητες ή μόχθο για την επίτευξή του
- που δε γίνεται εύκολα κατανοητός
- που δεν παρουσιάζει κάποιο πλεονέκτημα, αλλά δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια και δυσχέρειες
- που δεν είναι κατάλληλος, που είναι απρόσφορος για κάποιον/κάτι
- που είναι γεμάτος προβλήματα και δυσχέρειες
- που δεν μπορεί να θεραπευθεί εύκολα
- για προβληματικές ενέργειες ή καταστάσεις
- που προξενεί προβλήματα, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς εύκολα τον ιδιότροπο χαρακτήρα του
- που δεν μπορεί εύκολα να ικανοποιηθεί με κάτι, που είναι πολύ λεπτόλογος σε κάθε επιλογή του.
Ισοδύναμα
Català
exigent
Deutsch
anspruchsvoll
heikel
hitzebeständig
hochschmelzend
kiesätig
lästig
pingelig
pingelig
refraktär
schwer
schwer
schwer
störend
verzwickt
wählerisch
wählerisch
Ελληνικά
ανυπάκουος
ανυπότακτος
δυσεπίλυτος
δυσίατος
δυσκατέργαστος
δυσκολογιάτρευτος
δύστηκτος
μπερδεμένος
οζώδης
πολύπλοκος
English
awkward
difficult
difficult
difficult
Knotty
Picky
picky
refractory
troublesome
Uncooperative
uncooperative
Eesti
tõrges
Suomi
hangoitteleva
hangoitteleva
harmillinen
itsepintainen
kiusanhaluinen
kranttu
kuhmuinen
kuumuudenkestävä
nirso
niuha
nokonuuka
rasittava
refraktaarinen
refraktorinen
ronkeli
tulenkestävä
visainen
Gaeilge
cranrach
Galego
escolleito
हिन्दी
नटखट
Íslenska
erfiður
Italiano
articolato
articolato
articolato
difficile
difficile
discolo
esigente
nodoso
puntiglioso
scabroso
schizzinoso
Latviešu
mezglains
Македонски
неуслужлив
Polski
dokuczliwy
dolegliwy
gardy
grymaśny
halamuśny
kłopotliwy
opornieć
przebierać
sękaty
trudny
wybredny
żaroodporny
Português
exigente
Svenska
besvärlig
brydsam
grätten
joxig
kinkig
knepig
kräsen
kråsen
motig
penibel
refraktär
svårsmält
tyckmycken
ไทย
เยอะ
Παραδείγματα
“Τα Κινέζικα είναι δύσκολη γλώσσα να μάθεις.”
Chinese is a difficult language to learn.
“Η Ελλάδα περνάει δύσκολους καιρούς με την οικονομία της.”
Greece is going through tough times with the economy.
“Ο πατέρας μου πάσχει από δύσκολη ασθένεια.”
My father is suffering from a refractory illness.
“Η μητέρα μου πάντα ήταν δύσκολος άνθρωπος.”
My mother was always a difficult person.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free