Meaning of δύσκολος | Babel Free
/ˈðiskolos/Ορισμοί
- που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα
- που απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεξιότητες ή μόχθο για την επίτευξή του
- που δε γίνεται εύκολα κατανοητός
- που δεν παρουσιάζει κάποιο πλεονέκτημα, αλλά δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια και δυσχέρειες
- που δεν είναι κατάλληλος, που είναι απρόσφορος για κάποιον/κάτι
- που είναι γεμάτος προβλήματα και δυσχέρειες
- που δεν μπορεί να θεραπευθεί εύκολα
- για προβληματικές ενέργειες ή καταστάσεις
- που προξενεί προβλήματα, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς εύκολα τον ιδιότροπο χαρακτήρα του
- που δεν μπορεί εύκολα να ικανοποιηθεί με κάτι, που είναι πολύ λεπτόλογος σε κάθε επιλογή του.
Παραδείγματα
“Τα Κινέζικα είναι δύσκολη γλώσσα να μάθεις.”
Chinese is a difficult language to learn.
“Η Ελλάδα περνάει δύσκολους καιρούς με την οικονομία της.”
Greece is going through tough times with the economy.
“Ο πατέρας μου πάσχει από δύσκολη ασθένεια.”
My father is suffering from a refractory illness.
“Η μητέρα μου πάντα ήταν δύσκολος άνθρωπος.”
My mother was always a difficult person.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.