Meaning of μπερδεμένος | Babel Free
/beɾ.ðeˈme.nos/Ορισμοί
- που έχει μπερδευτεί, μπλεγμένος
- ο περίπλοκος
- που προκαλεί προβληματισμό ή υποψίες
- που βρίσκεται σε σύγχυση
- που έχει εμπλακεί σε μια ύποπτη υπόθεση
Παραδείγματα
“το σχοινί ήταν μπερδεμένο”
“το πρόβλημα είναι πολύ μπερδεμένο”
“※ Ένα μπερδεμένο κουβάρι ήταν όλα στο μυαλό της. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”
“δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα και ήταν μπερδεμένος”
“είναι κι αυτός μπερδεμένος σε αυτή την ιστορία με την αρχαιοκαπηλία;”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.