Meaning of απουσία | Babel Free
/a.puˈsi.a/Ορισμοί
το να μην παρευρίσκεται κάποιος ή κάτι εκεί όπου θα έπρεπε ή όπου θα αναμενόταν να είναι
Ισοδύναμα
English
absence
Παραδείγματα
“※ Είπαμε: ορμάς, βουτάς, κάνω ότι σε πυροβολώ, γίνεσαι και βρισκόμαστε μετά για τη μοιρασιά. Δεν είναι τόσο απλό και το ξέρεις. Πρέπει να έχω μια δικαιολογημένη απουσία από το γραφείο, να έχω ένα άλλοθι και, προπάντων, να γίνω μπουχός, όπως είπες, χωρίς να με πιάσουν (Πέτρος Μαρτινίδης, Σε περίπτωση πυρκαϊάς, εκδ. Νεφέλη, 1999 , σελ. 59)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.