Σημασία του έμπλεξε | Babel Free
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
Παραδείγματα
“Πάλι έμπλεξε σε άσχημη ιστορία.”
He got tangled up in a bad situation again.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free