HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκάνδαλο | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/ˈskanðalo/

Ορισμοί

συμπεριφορά, πράξη ή γεγονός που αντίκειται ή αντιτίθεται στα γενικώς παραδεκτά και προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο αγανάκτηση, αναστάτωση ή αντιδράσεις

Ισοδύναμα

English Scandal

Παραδείγματα

“Ο υπεύθυνος της εταιρίας παραιτήθηκε μετά το σκάνδαλο.”

The head of the company resigned after the scandal.

“άλλες μορφές: σκάνταλο”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκάνδαλο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course