παραγωγός
Ορισμοί
- η συνάρτηση εκείνη που η τιμή της για κάθε τιμή εισόδου αντιστοιχεί στο ρυθμό μεταβολής της τιμής μίας αρχικής συνάρτησης για την ίδια τιμή εισόδου (για τις τιμές εισόδου εκείνες που ο ρυθμός μεταβολής της αρχικής συνάρτησης μπορεί να οριστεί)
- κάποιος που παράγει αγαθά από υλικά πρωτογενούς ή δευτερογενούς παραγωγής
- πρόσωπο ή φορέας που φροντίζει για τη χρηματοδότηση και την παραγωγή ενός έργου
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“το παράγωγο ουδέτερο”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free