Meaning of συγχωρώ | Babel Free
/siŋ.xoˈɾo/Ορισμοί
- παύω να έχω αρνητικά συναισθήματα απέναντι σε κάποιον που έκανε ένα σφάλμα
- συνώνυμο της συγγνώμης, σε μη κυριολεκτικές εκφράσεις ευγενείας όπου με τακτ κάποιος ζητεί κάτι που αυτονόητα δικαιούται και η έκφραση παρά το παρακλητικό ρήμα, έχει έγκλιση προστακτικής
Παραδείγματα
“με συγχωρείτε”
pardon (UK), excuse me (US)
“με συγχωρείτε;”
pardon? (UK), excuse me? (US) used as: excuse me? (could you repeat what you said)
“ο πατέρας συγχώρεσε το παιδί του για την ασέβεια που έδειξε”
“σου έχω συγχωρέσει πολλά, αλλά αυτό παραπάει”
“Εμάς μας συγχωρείτε, αλλά πρέπει να πηγαίνουμε”
“Με συγχωρείτε πολύ, αλλά αυτό είναι απαράδεκτο και αποκλείεται να συμφωνήσω!”
“Με συγχωρείτε, μπορείτε να επαναλάβετε την τελευταία φράση;”
“(με αγένεια, χωρίς τήρηση προσχημάτων) Να με συγχωρεί η χάρη σου, αλλά έπρεπε να με είχες συμβουλευτεί.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.