Conjugation of συγχωρώ
siŋ.xoˈɾoσυνώνυμο της συγγνώμης, σε μη κυριολεκτικές εκφράσεις ευγενείας όπου με τακτ κάποιος ζητεί κάτι που αυτονόητα δικαιούται και η έκφραση παρά το παρακλητικό ρήμα, έχει έγκλιση προστακτικής Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγχωρώ (συγχωράω →) |
| εσύ | συγχωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωρεί |
| εμείς | συγχωρούμε |
| εσείς | συγχωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωρούν |
Παρατατικός
| εγώ | συγχωρούσα |
| εσύ | συγχωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωρούσε |
| εμείς | συγχωρούσαμε |
| εσείς | συγχωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | συγχώρησα |
| εσύ | συγχώρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχώρησε |
| εμείς | συγχωρήσαμε |
| εσείς | συγχωρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχώρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγχωρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγχωρήσω |
| εσύ | συγχωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωρήσει |
| εμείς | συγχωρήσουμε |
| εσείς | συγχωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγχωρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγχώρησε |
| εσείς | συγχωρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγχωρήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγχωρούμαι |
| εσύ | συγχωρείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωρείται |
| εμείς | συγχωρούμαστε |
| εσείς | συγχωρείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωρούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωρούνταν |
| εμείς | συγχωρούμασταν |
| εσείς | [συγχωρούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωρούνταν |
Αόριστος
| εγώ | συγχωρήθηκα |
| εσύ | συγχωρήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωρήθηκε |
| εμείς | συγχωρηθήκαμε |
| εσείς | συγχωρηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωρήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγχωρηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγχωρηθώ |
| εσύ | συγχωρηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωρηθεί |
| εμείς | συγχωρηθούμε |
| εσείς | συγχωρηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωρηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγχωρείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγχωρήσου |
| εσείς | συγχωρηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγχωρηθεί |