HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συγχωρώ — definition

Conjugation of συγχωρώ

Regular CEFR C1
siŋ.xoˈɾo

συνώνυμο της συγγνώμης, σε μη κυριολεκτικές εκφράσεις ευγενείας όπου με τακτ κάποιος ζητεί κάτι που αυτονόητα δικαιούται και η έκφραση παρά το παρακλητικό ρήμα, έχει έγκλιση προστακτικής Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγχωρώ (συγχωράω →)
εσύ συγχωρείς
αυτός / αυτή / αυτό συγχωρεί
εμείς συγχωρούμε
εσείς συγχωρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχωρούν
Παρατατικός
εγώ συγχωρούσα
εσύ συγχωρούσες
αυτός / αυτή / αυτό συγχωρούσε
εμείς συγχωρούσαμε
εσείς συγχωρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχωρούσαν
Αόριστος
εγώ συγχώρησα
εσύ συγχώρησες
αυτός / αυτή / αυτό συγχώρησε
εμείς συγχωρήσαμε
εσείς συγχωρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχώρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγχωρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγχωρήσω
εσύ συγχωρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό συγχωρήσει
εμείς συγχωρήσουμε
εσείς συγχωρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχωρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συγχωρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συγχώρησε
εσείς συγχωρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
συγχωρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγχωρούμαι
εσύ συγχωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό συγχωρείται
εμείς συγχωρούμαστε
εσείς συγχωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχωρούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό συγχωρούνταν
εμείς συγχωρούμασταν
εσείς [συγχωρούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά συγχωρούνταν
Αόριστος
εγώ συγχωρήθηκα
εσύ συγχωρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συγχωρήθηκε
εμείς συγχωρηθήκαμε
εσείς συγχωρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχωρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγχωρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγχωρηθώ
εσύ συγχωρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό συγχωρηθεί
εμείς συγχωρηθούμε
εσείς συγχωρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχωρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συγχωρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συγχωρήσου
εσείς συγχωρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συγχωρηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary