Meaning of ενοίκιο | Babel Free
/eˈni.ci.o/Ορισμοί
- χρηματικό ποσό που πληρώνει κανείς για το δικαίωμα προσωρινής χρήσης ενός χώρου για κατοίκηση, εμπορικούς σκοπούς κλπ.
- το να μένει κανείς σε νοικιασμένο σπίτι
Ισοδύναμα
English
rent
Παραδείγματα
“τόσα χρόνια μένω στο ενοίκιο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.