HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ενοίκιο | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/eˈni.ci.o/

Ορισμοί

  1. χρηματικό ποσό που πληρώνει κανείς για το δικαίωμα προσωρινής χρήσης ενός χώρου για κατοίκηση, εμπορικούς σκοπούς κλπ.
  2. το να μένει κανείς σε νοικιασμένο σπίτι

Ισοδύναμα

English rent

Παραδείγματα

“τόσα χρόνια μένω στο ενοίκιο”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ενοίκιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course