Meaning of βαριέμαι | Babel Free
/varˈʝe.me/Ορισμοί
-
νιώθω βαρεμάρα, ανία, πλήξη intransitive
-
δυσανασχετώ για κάτι ή κάποιον που δε μου προκαλεί το ενδιαφέρον, μου προξενεί ανία transitive
Παραδείγματα
“Ο Αντώνης βαρέθηκε να περιμένει στην κίνηση.”
Antony was bored of waiting in traffic.
“Δεν ξέρω τι να κάνω για να περάσει η ώρα. Βαριέμαι!”
“Βαρέθηκα πια την πολυλογία σου!”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.