HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βαριέμαι — definition

Conjugation of βαριέμαι

Regular CEFR C1
varˈʝe.me

δυσανασχετώ για κάτι ή κάποιον που δε μου προκαλεί το ενδιαφέρον, μου προξενεί ανία Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βαριέμαι
εσύ βαριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό βαριέται
εμείς βαριόμαστε
εσείς βαριέστε
αυτοί / αυτές / αυτά βαριούνται
Παρατατικός
εγώ βαριόμουν
εσύ βαριόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βαριόταν
εμείς βαριόμασταν
εσείς βαριόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βαριόνταν
Αόριστος
εγώ βαρέθηκα
εσύ βαρέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βαρέθηκε
εμείς βαρεθήκαμε
εσείς βαρεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βαρέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαρεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βαρεθώ
εσύ βαρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό βαρεθεί
εμείς βαρεθούμε
εσείς βαρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βαρεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βαριέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς βαρεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βαρεθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary