Conjugation of βαριέμαι
varˈʝe.meδυσανασχετώ για κάτι ή κάποιον που δε μου προκαλεί το ενδιαφέρον, μου προξενεί ανία Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βαριέμαι |
| εσύ | βαριέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαριέται |
| εμείς | βαριόμαστε |
| εσείς | βαριέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαριούνται |
Παρατατικός
| εγώ | βαριόμουν |
| εσύ | βαριόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαριόταν |
| εμείς | βαριόμασταν |
| εσείς | βαριόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαριόνταν |
Αόριστος
| εγώ | βαρέθηκα |
| εσύ | βαρέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαρέθηκε |
| εμείς | βαρεθήκαμε |
| εσείς | βαρεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαρέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βαρεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βαρεθώ |
| εσύ | βαρεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαρεθεί |
| εμείς | βαρεθούμε |
| εσείς | βαρεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαρεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βαριέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | βαρεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βαρεθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.