Σημασία του γυαλί | Babel Free
ʝaˈliΟρισμοί
- στερεό, διάφανο ή ημιδιάφανο υλικό που παρασκευάζεται από λιωμένη άμμο και ένα μείγμα κυρίως από πυρίτιο, οξείδιο του ασβεστίου και νάτριο και χρησιμοποιείται για να κατασκευαστούν τζάμια, δοχεία, φιάλες, λαμπτήρες κ.λπ.
-
το ποτήρι figuratively
-
η τηλεόραση figuratively
-
τα κομμάτια από γυαλί plural
- πληθυντικός: τα γυαλιά
Παραδείγματα
“ρίξε στο γυαλί φαρμάκι (λαϊκό τραγούδι)”
“βγαίνω στο γυαλί”
“μαζεύω τα γυαλιά από το πάτωμα”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free