HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γυαλί

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
ʝaˈli

Ορισμοί

  1. στερεό, διάφανο ή ημιδιάφανο υλικό που παρασκευάζεται από λιωμένη άμμο και ένα μείγμα κυρίως από πυρίτιο, οξείδιο του ασβεστίου και νάτριο και χρησιμοποιείται για να κατασκευαστούν τζάμια, δοχεία, φιάλες, λαμπτήρες κ.λπ.
  2. το ποτήρι
    figuratively
  3. η τηλεόραση
    figuratively
  4. τα κομμάτια από γυαλί
    plural
  5. πληθυντικός: τα γυαλιά

Ισοδύναμα

27 more languages

Παραδείγματα

“ρίξε στο γυαλί φαρμάκι (λαϊκό τραγούδι)”
“βγαίνω στο γυαλί”
“μαζεύω τα γυαλιά από το πάτωμα”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γυαλί σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free