Meaning of τσι | Babel Free
/ˈt͡si/Ορισμοί
προφορική, κυρίως, μορφή μερικών πτώσεων του οριστικού άρθρου σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας
idiomatic, vulgar
Παραδείγματα
“※ Έτσι φινίρισα να μπαρκάρω σ' ευτούνο δω το πλεούμενο και ν' αρμενίζω μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει για τη φαμόζα Πόλη, τη μυριοτραγουδισμένη, που τσι^(τους) επαίνους για τσι^(τις) εμορφιές και τα πλούτια τση ακούμε τζα από τα μικράτα μας.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.