άχρηστη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχρηστος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Αυτή η παλιά συσκευή είναι πλέον άχρηστη.”
This old device is now useless.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free