HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καπνίζω

Ρήμα CEFR C1 Standard
kaˈpni.zo

Ορισμοί

  1. βγάζω, αναδίδω καπνό
  2. κρεμώ κρέας, ψάρι, τυρί ή άλλες τροφές πάνω από τον καπνό ξύλων που καίγονται με σκοπό τη συντήρησή τους
  3. κάνω κάτι να μαυρίσει, να μουντζουρωθεί από την καπνιά
  4. με το στόμα μου εισπνέω κατά διαστήματα τον καπνό που παράγεται από ένα αναμμένο τσιγάρο, πούρο ή πίπα και τον εκπνέω από το στόμα ή από τη μύτη

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of καπνίζω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

Englishsmoke
Españolfumarhumear
Françaisfumer
6 more languages
Deutschrauchen
Esperantofumi
Italianofumare
Portuguêsfumegar
Русскийдымиться

Παραδείγματα

“Η καμινάδα καπνίζει.”

The chimney’s smoking.

“Καπνίζουμε το ψάρι πάνω σε ξύλα.”

We are smoking the fish over the wood.

“Θέλω να καπνίσω ένα τσιγάρο.”

I want to smoke a cigarette.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καπνίζω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free