Meaning of καπνίζω | Babel Free
/kaˈpni.zo/Ορισμοί
- βγάζω, αναδίδω καπνό
- κρεμώ κρέας, ψάρι, τυρί ή άλλες τροφές πάνω από τον καπνό ξύλων που καίγονται με σκοπό τη συντήρησή τους
- κάνω κάτι να μαυρίσει, να μουντζουρωθεί από την καπνιά
- με το στόμα μου εισπνέω κατά διαστήματα τον καπνό που παράγεται από ένα αναμμένο τσιγάρο, πούρο ή πίπα και τον εκπνέω από το στόμα ή από τη μύτη
Ισοδύναμα
English
smoke
Παραδείγματα
“Η καμινάδα καπνίζει.”
The chimney’s smoking.
“Καπνίζουμε το ψάρι πάνω σε ξύλα.”
We are smoking the fish over the wood.
“Θέλω να καπνίσω ένα τσιγάρο.”
I want to smoke a cigarette.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.