Conjugation of καπνίζω
kaˈpni.zoμε το στόμα μου εισπνέω κατά διαστήματα τον καπνό που παράγεται από ένα αναμμένο τσιγάρο, πούρο ή πίπα και τον εκπνέω από το στόμα ή από τη μύτη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καπνίζω |
| εσύ | καπνίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καπνίζει |
| εμείς | καπνίζουμε |
| εσείς | καπνίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καπνίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κάπνιζα |
| εσύ | κάπνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάπνιζε |
| εμείς | καπνίζαμε |
| εσείς | καπνίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάπνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | κάπνισα |
| εσύ | κάπνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάπνισε |
| εμείς | καπνίσαμε |
| εσείς | καπνίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάπνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καπνίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καπνίσω |
| εσύ | καπνίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καπνίσει |
| εμείς | καπνίσουμε |
| εσείς | καπνίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καπνίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κάπνιζε |
| εσείς | καπνίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κάπνισε |
| εσείς | καπνίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καπνίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καπνίζομαι |
| εσύ | καπνίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καπνίζεται |
| εμείς | καπνιζόμαστε |
| εσείς | καπνίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καπνίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | καπνιζόμουν |
| εσύ | καπνιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καπνιζόταν |
| εμείς | καπνιζόμασταν |
| εσείς | καπνιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καπνίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | καπνίστηκα |
| εσύ | καπνίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καπνίστηκε |
| εμείς | καπνιστήκαμε |
| εσείς | καπνιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καπνίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καπνιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καπνιστώ |
| εσύ | καπνιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καπνιστεί |
| εμείς | καπνιστούμε |
| εσείς | καπνιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καπνιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καπνίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καπνίσου |
| εσείς | καπνιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καπνιστεί |