Meaning of μήνας | Babel Free
/ˈmi.nas/Ορισμοί
- περίοδος διαίρεσης του έτους, βασισμένη ιστορικά στις φάσεις της Σελήνης. Το γρηγοριανό ημερολόγιο έχει δώδεκα μήνες.
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μηνά)
Ισοδύναμα
English
month
Παραδείγματα
“μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει”
month in, month out
“Καλό μήνα! : ευχή που κάνουμε την πρώτη του κάθε μηνός”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.