Meaning of χωράφι | Babel Free
/xoˈɾa.fi/Ορισμοί
- αγρός που συνήθως καλλιεργείται
-
ιδιοκτησία κάποιου figuratively
Παραδείγματα
“χωράφι σε αγρανάπαυση”
fallow field
“※ Στο τέρμα της Παλαιολόγου, οι γειτονιές αραίωναν κι άρχιζαν απ' τη μια τα χωράφια κι απ' την άλλη ένα ωραίο δασύλλιο με πεύκα. (Γιάννης Ξανθούλης (2008) Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων [μυθιστόρημα])”
“Στο χωράφι σου είσαι; Για μαζέψου!”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.