HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χωράφι | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/xoˈɾa.fi/

Ορισμοί

  1. αγρός που συνήθως καλλιεργείται
  2. ιδιοκτησία κάποιου
    figuratively

Παραδείγματα

“χωράφι σε αγρανάπαυση”

fallow field

“※ Στο τέρμα της Παλαιολόγου, οι γειτονιές αραίωναν κι άρχιζαν απ' τη μια τα χωράφια κι απ' την άλλη ένα ωραίο δασύλλιο με πεύκα. (Γιάννης Ξανθούλης (2008) Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων [μυθιστόρημα])”
“Στο χωράφι σου είσαι; Για μαζέψου!”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χωράφι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course