Σημασία του παντρεύομαι | Babel Free
panˈdɾe.vo.meΟρισμοί
παθητική φωνή του ρήματος παντρεύω: συνάπτω γάμο, ενώνομαι με τα δεσμά του γάμου
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“(αμετάβατο) Πάει κι ο Γιώργος! Παντρεύτηκε κι αυτός...”
“(μεταβατικό) η Μαίρη παντρεύτηκε τον Τάκη”
“(αλληλοπαθές) η Μαίρη και ο Τάκης παντρεύτηκαν (μεταξύ τους)”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free