Meaning of κόσμους | Babel Free
/ˈko.zmus/Ορισμοί
-
ο κόσμος, με άρθρο «ου» idiomatic
-
αιτιατική πληθυντικού του κόσμος accusative, plural
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Μυαλό δέν ἔχουν, αὐτός οὑ κόσμους, θά πῶ, εἶπεν ἡ θειά τό Μαλαμώ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.