HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

συνοδεία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
si.noˈði.a

Ορισμοί

  1. η ενέργεια το ρήματος συνοδεύω, η κίνηση ενός ή περισσότερων ατόμων, οχημάτων, σκαφών κ.λπ., που ακολουθούν, προπορεύονται ή προχωρούν δίπλα σε άλλο άτομο, όχημα κ.λπ., συχνά με σκοπό την προστασία του ή την επίβλεψή του
  2. άλλη μορφή του συνοδεία
  3. τα άτομα, οχήματα, σκάφη κλπ που συνοδεύουν κάποιον ή κάτι
  4. το παίξιμο μουσικού οργάνου ή συνόλου που συνοδεύει την εκτέλεση μιας κύριας μελωδίας από τραγουδιστή ή σολίστα

Ισοδύναμα

23 more languages
Българскисвита
Catalàseguici
Češtinasvita
Ελληνικάακολουθία
Esperantoakompanantaro
עבריתפמליה
Magyarkíséret
Հայերենշքախումբ
Italianoentourage
Македонскипридружбасвита
Nederlandsgevolg
Portuguêsentourage
Svenskafölje
Türkçeanturaj
Українськасвита
Tiếng Việttùy tùng

Παραδείγματα

Τον μετέφεραν στο δικαστήριο συνοδεία ισχυρής αστυνομικής δύναμης”
“※ Παραδοσιακό έδεσμα της ημέρας του Ευαγγελισμού (...) είναι ο μπακαλιάρος και μάλιστα συνοδεία της γνωστής σκορδαλιάς. (* εφημερίδα Το Βήμα)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη συνοδεία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free