Meaning of κούπα | Babel Free
/ˈkupa/Ορισμοί
- κύπελλο ή πολύ μεγάλο φλιτζάνι με ή χωρίς λαβή
- γυναικείο επώνυμο
-
η ποσότητα υγρού που χωράει σε μια κούπα figuratively
- οικογένεια χαρτιών της τράπουλας που φέρουν ως σήμα μια κόκκινη καρδιά
-
το κύπελλο που κερδίζει μια ομάδα σε αθλητική διοργάνωση familiar
-
στην Κρήτη, το ποτήρι με κρασί που πίνεται μονορούφι ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Cretan
-
έδεσμα της Κύπρου και του Λεβάντε Cypriot
-
μισόκλειστο, κουφωτό παράθυρο idiomatic
Παραδείγματα
“Κάθε μέρα, πίνω τρεις κούπες καφέ.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.