Meaning of κουπάκι | Babel Free
/kuˈpa.ci/Ορισμοί
- χωριό της Φωκίδας
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- πλαστικό ή χάρτινο κεσεδάκι στο οποίο βάζουμε γιαούρτι, παγωτό κ.τ.ό.
Παραδείγματα
“Βάλε ένα κουπάκι γάλα να πιεί η γατούλα!”
Fetch a small cup of milk for the kitten!
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.