Meaning of πτυχίο | Babel Free
Ορισμοί
το δίπλωμα, πιστοποιητικό σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το έγγραφο που δείχνει ότι κάποιος έχει τα τυπικά προσόντα να ασκήσει ένα επάγγελμα.
Ισοδύναμα
English
degree
Παραδείγματα
“※ Φανταστείτε λοιπόν, στη χρυσή εποχή του Τρίτου Προγράμματος επί Μάνου Χατζιδάκι, να έχανε ξαφνικά τη θέση του από τη διεύθυνση του Τρίτου, γιατί δεν έχει πτυχίο Πανεπιστημίου! (…) Στην εποχή μας ο καθένας μπορεί να πάρει πτυχίο Πανεπιστημίου ακόμα και σε μεγάλη ηλικία μέσω του Ανοιχτού Πανεπιστημίου ή και με άλλους τρόπους. (www.efsyn.gr, 24.11.2023)”
“※ Πήρα το πτυχίο στα τέσσερα χρόνια και μετά μου έρχεται η φλασιά. Λέω, εντάξει, δυο χιλιάρικα τα 'χεις για τα δίδακτρα. Έψαξα, βρήκα ένα μεταπτυχιακό που να μου ταιριάζει, που να μπορώ να το φέρω εις πέρας. (Σοφία Νικολαΐδου, Το χρυσό βραχιόλι, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.