Meaning of αποσκευές | Babel Free
/a.po.sceˈves/Ορισμοί
-
ό,τι μεταφέρει μαζί του ένας ταξιδιώτης, π.χ. βαλίτσες collective
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκευή accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“έλεγχος αποσκευών των ταξιδιωτών”
“χώρος αποσκευών στα αυτοκίνητα (πορτμπαγκάζ) και στα αεροπλάνα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.