βόρειο
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βόρειος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Το βόρειο τμήμα της χώρας έχει βαρύ χειμώνα.”
The northern part of the country has a harsh winter.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free