Meaning of επένδυση | Babel Free
/eˈpen.ði.si/Ορισμοί
- υλικό ή αντικείμενο που έχει προστεθεί εσωτερικά ή εξωτερικά της επιφάνειας ενός άλλου αντικειμένου, για λόγους αισθητικής, ενίσχυσης ή προφύλαξης
- η διάθεση χρηματικών ποσών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων με σκοπό να δημιουργηθεί νέο κεφαλαίο
Ισοδύναμα
English
investment
Παραδείγματα
“Η ρεζέρβα βρίσκεται συνήθως στο πορτμπαγκάζ, κάτω από την επένδυση του πορτμπαγκάζ.”
The spare tire is usually located in the trunk, under the trunk liner.
“Το καλώδιο έχει επένδυση υφασμάτινων ινών.”
The cable has a textile coating.
“Ας κάνουμε και καλύτερη επένδυση του χρόνου μας έτσι.”
Let's make a better investment of our time.
“Η σταθερότητα στο μέλλον προϋποθέτει επένδυση στο παρόν.”
Future stability requires an investment in the present.
“(ειδικότερα) η εσωτερική κάλυψη ενδυμασίας”
“(κατ’ επέκταση) η προσθήκη μουσικής ή άλλων εφέ στη ροή ενός κινηματογραφικού έργου”
“(συνεκδοχικά) οτιδήποτε θεωρούμε ότι μπορεί, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, να αποφέρει κέρδος (οικονομικό ή άλλο)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.