HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

επενδυτής

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
e.pen.ðiˈtis

Ορισμοί

  1. αυτός που επενδύει χρήματα σε μια επιχείρηση, που κάνει επενδύσεις
  2. πανωφόρι
    formal
  3. χαρακτηρισμός για (φτωχούς) μετανάστες ή πρόσφυγες από χώρες του Τρίτου Κόσμου
    internet-slang, offensive

Ισοδύναμα

EnglishInvestor
DeutschAnleger

Παραδείγματα

“Ο επενδυτής αποφάσισε να τοποθετήσει τα χρήματά του σε ακίνητα.”

The investor decided to place his money in real estate.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη επενδυτής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free