Meaning of γόνατο | Babel Free
/[ˈɣɔnatɔ]/Ορισμοί
- η άρθρωση μεταξύ του μηρού και της κνήμης
- το σημείο απ' όπου εκφύονται φύλλα ή βλαστοί
Ισοδύναμα
English
knee
Παραδείγματα
“※ Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- και σταυρωμένα πάνω στο γόνατό της, έχοντάς το ως ορμητήριο, εκκινούσαν απ'αυτό και γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.