HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γόνατο | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/[ˈɣɔnatɔ]/

Ορισμοί

  1. η άρθρωση μεταξύ του μηρού και της κνήμης
  2. το σημείο απ' όπου εκφύονται φύλλα ή βλαστοί

Ισοδύναμα

English knee

Παραδείγματα

“※ Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- και σταυρωμένα πάνω στο γόνατό της, έχοντάς το ως ορμητήριο, εκκινούσαν απ'αυτό και γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γόνατο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course