HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γόνατο

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
[ˈɣɔnatɔ]

Ορισμοί

  1. η άρθρωση μεταξύ του μηρού και της κνήμης
  2. το σημείο απ' όπου εκφύονται φύλλα ή βλαστοί

Ισοδύναμα

Englishknee
Españolrodilla
Françaisgenou
21 more languages
Българскиколяно
DeutschKnie
Ελληνικάγονατιστός
Eestipõlv
Magyartérd
Bahasa Indonesiaberlututmelutut
Italianoginocchio
한국어
Nederlandskniekrommer
Portuguêsjoelho
Românăgenunchi
Српскиколено
Svenskaknäknäa
Türkçediz
Українськаколіннийколіно
Tiếng Việtđầu gối
中文膝蓋
繁體中文膝蓋

Παραδείγματα

“※ Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- και σταυρωμένα πάνω στο γόνατό της, έχοντάς το ως ορμητήριο, εκκινούσαν απ'αυτό και γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γόνατο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free