δέλτα
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- Το τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (δ, κεφαλαίο: Δ).
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δέλτας accusative, genitive, singular, vocative
-
ό,τι έχει σχήμα Δ figuratively
- Το κομμάτι ξηράς (τριγωνική νησίδα) που σχηματίζεται ανάμεσα στα στόμια των εκβολών ενός ποταμού
- άλλη ονομασία του αστερισμού Τρίγωνο
Ισοδύναμα
37 more languages
العربيةدِلْتَا
Catalàdelta
Češtinadelta
Danskdelta
DeutschDelta
Esperantodelto
Gaeilgetriantán
Galegodelta
ગુજરાતીમુખત્રિકોણ
Magyardelta
Bahasa Indonesiakuala
Íslenskadelta
Italianodelta
ქართულიდელტა
Қазақ тіліатырау
Latviešudelta
Македонскиделта
Nederlandsdelta
Portuguêsdelta
Русскийдельта
Svenskadelta
Türkçedelta
Українськадельта
Tiếng Việtchâu thổ
繁體中文三角洲
Παραδείγματα
“το δέλτα του Νείλου”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free