HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λαιμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C1 Standard
/leˈmos/

Ορισμοί

  1. μέρος του σώματος που συνδέει το κεφάλι με το κυρίως σώμα
  2. συνοικία της Βουλιαγμένης
  3. το μπροστινό εσωτερικό μέρος του τμήματος αυτού που περιλαμβάνει το λάρυγγα και τον φάρυγγα
    especially
  4. χωριό της Φλώρινας
  5. το τμήμα οποιουδήποτε ρούχου που βρίσκεται στην περιοχή γύρω από το λαιμό ή στην άκρη του
    figuratively
  6. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Λαιμού)
  7. οτιδήποτε μοιάζει με λαιμό, το τμήμα οποιουδήποτε αντικειμένου στο σημείο που στενεύει και βρίσκεται κοντά στη μία άκρη του
    figuratively
  8. ισθμός μικρής χερσονήσου, το πάνω άκρο της στήλης ιστού των ιστιοφόρων

Ισοδύναμα

English Gorge neck throat

Παραδείγματα

“※ Τα μάγουλα, ο λαιμός της κυρα-Πίκας είχαν ανάψει. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λαιμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course