Meaning of λαιμός | Babel Free
/leˈmos/Ορισμοί
- μέρος του σώματος που συνδέει το κεφάλι με το κυρίως σώμα
- συνοικία της Βουλιαγμένης
-
το μπροστινό εσωτερικό μέρος του τμήματος αυτού που περιλαμβάνει το λάρυγγα και τον φάρυγγα especially
- χωριό της Φλώρινας
-
το τμήμα οποιουδήποτε ρούχου που βρίσκεται στην περιοχή γύρω από το λαιμό ή στην άκρη του figuratively
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Λαιμού)
-
οτιδήποτε μοιάζει με λαιμό, το τμήμα οποιουδήποτε αντικειμένου στο σημείο που στενεύει και βρίσκεται κοντά στη μία άκρη του figuratively
- ισθμός μικρής χερσονήσου, το πάνω άκρο της στήλης ιστού των ιστιοφόρων
Παραδείγματα
“※ Τα μάγουλα, ο λαιμός της κυρα-Πίκας είχαν ανάψει. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.