HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λαιμός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C1 Standard
leˈmos

Ορισμοί

  1. μέρος του σώματος που συνδέει το κεφάλι με το κυρίως σώμα
  2. συνοικία της Βουλιαγμένης
  3. το μπροστινό εσωτερικό μέρος του τμήματος αυτού που περιλαμβάνει το λάρυγγα και τον φάρυγγα
    especially
  4. χωριό της Φλώρινας
  5. το τμήμα οποιουδήποτε ρούχου που βρίσκεται στην περιοχή γύρω από το λαιμό ή στην άκρη του
    figuratively
  6. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Λαιμού)
  7. οτιδήποτε μοιάζει με λαιμό, το τμήμα οποιουδήποτε αντικειμένου στο σημείο που στενεύει και βρίσκεται κοντά στη μία άκρη του
    figuratively
  8. ισθμός μικρής χερσονήσου, το πάνω άκρο της στήλης ιστού των ιστιοφόρων

Ισοδύναμα

17 more languages
Българскишия
Češtinahrdlo
DeutschHalsKehlePharynxRachen
Magyarnyak
Italianogola
日本語
한국어
Latinagularis
Nederlandskeelstrot
Românăgat
Svenskahals
Українськашия

Παραδείγματα

“※ Τα μάγουλα, ο λαιμός της κυρα-Πίκας είχαν ανάψει. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λαιμός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free