γρίπη
Ορισμοί
μεταδοτική ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος. Τα συνήθη συμπτώματά της είναι πυρετός, πονοκέφαλος, βήχας, αδυναμία και μυικοί πόνοι. Ανάλογα με την ανθεκτικότητα του ιού που την μεταφέρει, μπορεί να λάβει διαστάσεις επιδημίας
Ισοδύναμα
24 more languages
Παραδείγματα
“※ Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)”
“※ Κατά τάς ληφθείσας πληροφορίας ὑπάρχουν εἰς τήν Ἁγίαν Μαύραν ἡ εὐλόγια καί ἡ γρίπη, ἥτις εἶναι πολύ θανατηφόρος ἐκεῖ. (Ασκληπιός, σύγγραμμα περιοδικό, τόμος 2, 1837, σελ. 61 https://www.google.gr/books/edition/Askl%C4%93pios/4O8GAAAAcAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CE%B3%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B7&pg=PA61&printsec=frontcover)”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free