HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γρίπη | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ˈɣɾi.pi/

Ορισμοί

μεταδοτική ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος. Τα συνήθη συμπτώματά της είναι πυρετός, πονοκέφαλος, βήχας, αδυναμία και μυικοί πόνοι. Ανάλογα με την ανθεκτικότητα του ιού που την μεταφέρει, μπορεί να λάβει διαστάσεις επιδημίας

Ισοδύναμα

English flu

Παραδείγματα

“※ Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)”
“※ Κατά τάς ληφθείσας πληροφορίας ὑπάρχουν εἰς τήν Ἁγίαν Μαύραν ἡ εὐλόγια καί ἡ γρίπη, ἥτις εἶναι πολύ θανατηφόρος ἐκεῖ. (Ασκληπιός, σύγγραμμα περιοδικό, τόμος 2, 1837, σελ. 61 https://www.google.gr/books/edition/Askl%C4%93pios/4O8GAAAAcAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CE%B3%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B7&pg=PA61&printsec=frontcover)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γρίπη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course