HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του γρίπη | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
ˈɣɾi.pi

Ορισμοί

μεταδοτική ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος. Τα συνήθη συμπτώματά της είναι πυρετός, πονοκέφαλος, βήχας, αδυναμία και μυικοί πόνοι. Ανάλογα με την ανθεκτικότητα του ιού που την μεταφέρει, μπορεί να λάβει διαστάσεις επιδημίας

Ισοδύναμα

Català grip
Čeština chřipka
Cymraeg ffliw
Dansk influenza
Deutsch Grippe Influenza
English 'flu flu Influenza
Esperanto gripo
Español gripe gripe
Suomi influenssa
Français grippe grippe grippé influenza
עברית שפעת
Hrvatski gripa
Italiano influenza influenza
한국어 인플루엔자
Kurdî înfluenza
Nederlands griep
Polski grypa
Português gripe
Русский грипп
Slovenčina chrípka
Slovenščina gripa
Српски грип
Svenska influensa
Türkçe grip

Παραδείγματα

“※ Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)”
“※ Κατά τάς ληφθείσας πληροφορίας ὑπάρχουν εἰς τήν Ἁγίαν Μαύραν ἡ εὐλόγια καί ἡ γρίπη, ἥτις εἶναι πολύ θανατηφόρος ἐκεῖ. (Ασκληπιός, σύγγραμμα περιοδικό, τόμος 2, 1837, σελ. 61 https://www.google.gr/books/edition/Askl%C4%93pios/4O8GAAAAcAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CE%B3%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B7&pg=PA61&printsec=frontcover)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γρίπη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free