HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

συντροφιά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
sin.dɾoˈfça

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντρόφι
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. εμπορική εταιρεία ή σχήμα οικονομικής συνεργασίας
    dated
  3. η συναναστροφή ανθρώπων για λόγους συμπαράστασης, βοήθειας, υποστήριξης, παρέας κ.λπ.
  4. συντεχνία ή αδελφότητα τεχνιτών
    dated
  5. η παραπάνω ομάδα ανθρώπων
  6. η συντροφιά όπως στο ελληνιστικό συντροφία
    Katharevousa
  7. η ομάδα ανθρώπων που έχουν κοινά ενδιαφέροντα και αναζητήσεις

Ισοδύναμα

21 more languages

Παραδείγματα

“ως εμπορική επωνυμία, με κεφαλαίο: Συντροφία, συντομογραφία: Σία”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη συντροφιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free