Meaning of συντροφιά | Babel Free
/sin.dɾoˈfça/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντρόφι accusative, nominative, plural, vocative
-
εμπορική εταιρεία ή σχήμα οικονομικής συνεργασίας dated
- η συναναστροφή ανθρώπων για λόγους συμπαράστασης, βοήθειας, υποστήριξης, παρέας κ.λπ.
-
συντεχνία ή αδελφότητα τεχνιτών dated
- η παραπάνω ομάδα ανθρώπων
-
η συντροφιά όπως στο ελληνιστικό συντροφία Katharevousa
- η ομάδα ανθρώπων που έχουν κοινά ενδιαφέροντα και αναζητήσεις
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ως εμπορική επωνυμία, με κεφαλαίο: Συντροφία, συντομογραφία: Σία”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.