HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συντροφιά | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/sin.dɾoˈfça/

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντρόφι
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. εμπορική εταιρεία ή σχήμα οικονομικής συνεργασίας
    dated
  3. η συναναστροφή ανθρώπων για λόγους συμπαράστασης, βοήθειας, υποστήριξης, παρέας κ.λπ.
  4. συντεχνία ή αδελφότητα τεχνιτών
    dated
  5. η παραπάνω ομάδα ανθρώπων
  6. η συντροφιά όπως στο ελληνιστικό συντροφία
    Katharevousa
  7. η ομάδα ανθρώπων που έχουν κοινά ενδιαφέροντα και αναζητήσεις

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“ως εμπορική επωνυμία, με κεφαλαίο: Συντροφία, συντομογραφία: Σία”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συντροφιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course