Meaning of σηκώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σηκώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
- θα σηκώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σηκώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.