Σημασία του βασιλική | Babel Free
vasiliˈciΟρισμοί
- τύπος χριστιανικού ναού με ορθογώνια κάτοψη που προέρχεται από παρόμοια μεγάλα κτήρια των ρωμαϊκών χρόνων· διαιρείται με δύο (ή σπάνια τέσσερις) σειρές κιόνων, που διατρέχουν τον επιμήκη άξονα, σε τρία (ή πέντε) κλίτη· στη δυτική είσοδό της υπάρχει ξεχωριστός χώρος για τους κατηχούμενους, ο νάρθηκας, ενώ στο ανατολικό άκρο της υπάρχει η αψίδα του ιερού· μετά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες προστέθηκε και τρούλος στη στέγη
- γυναικείο όνομα
- για το γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Βασιλικής)
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Ισοδύναμα
Čeština
bazilika
Esperanto
baziliko
Gaeilge
ríogaí
Galego
realista
Magyar
bazilika
Bahasa Indonesia
basilika
한국어
왕정주의자
Latina
basilica
Lietuvių
bazilika
Latviešu
bazilika
Македонски
базилика
Română
bazilică
Slovenčina
bazilika
ไทย
มหาวิหาร
Tagalog
basilika
Türkçe
bazilika
Tiếng Việt
bảo hoàng
中文
巴西利卡
Παραδείγματα
“τρίκλιτη βασιλική, πεντάκλιτη βασιλική, ξυλόστεγη βασιλική, βασιλική μετά τρούλου”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free