Meaning of βασιλική | Babel Free
/vasiliˈci/Ορισμοί
- τύπος χριστιανικού ναού με ορθογώνια κάτοψη που προέρχεται από παρόμοια μεγάλα κτήρια των ρωμαϊκών χρόνων· διαιρείται με δύο (ή σπάνια τέσσερις) σειρές κιόνων, που διατρέχουν τον επιμήκη άξονα, σε τρία (ή πέντε) κλίτη· στη δυτική είσοδό της υπάρχει ξεχωριστός χώρος για τους κατηχούμενους, ο νάρθηκας, ενώ στο ανατολικό άκρο της υπάρχει η αψίδα του ιερού· μετά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες προστέθηκε και τρούλος στη στέγη
- γυναικείο όνομα
- για το γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Βασιλικής)
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Ισοδύναμα
English
Basilica
Παραδείγματα
“τρίκλιτη βασιλική, πεντάκλιτη βασιλική, ξυλόστεγη βασιλική, βασιλική μετά τρούλου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.