HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of θυρίδα | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard

Ορισμοί

  1. μικρό άνοιγμα, μικρή πόρτα
  2. άνοιγμα σε τοίχο, σαν μικρό παράθυρο
  3. άνοιγμα σε τοίχο ή διαχωριστικό σε γραφείο ή υπηρεσία, μέσα απ’ το οποίο γίνεται η επικοινωνία και η συναλλαγή των υπαλλήλων με το κοινό
  4. καθένα από τα ντουλαπάκια που βρίσκονται σε ταχυδρομεία, τράπεζες κ.λπ. και στα οποία φυλάσσονται έγγραφα, αλληλογραφία, χρήματα κ.ά.
  5. άνοιγμα ή ειδικό ντουλαπάκι σε όχημα ή σκεύος που ταπώνεται με πώμα
  6. η μπουκαπόρτα, η φορτοθυρίδα
  7. η κανονιοθυρίδα, το άνοιγμα που άνοιγε στα πλαϊνά του πλοίου για να βγει η κάννη του κανονιού
  8. καθένα από τα δύο τμήματα οστρακοειδών ή καρκινοειδών
  9. καθένα από τα δύο φύλλα της πύλης του αγίου βήματος σε ιερό

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See θυρίδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course