Σημασία του θυρίδα | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό άνοιγμα, μικρή πόρτα
- άνοιγμα σε τοίχο, σαν μικρό παράθυρο
- άνοιγμα σε τοίχο ή διαχωριστικό σε γραφείο ή υπηρεσία, μέσα απ’ το οποίο γίνεται η επικοινωνία και η συναλλαγή των υπαλλήλων με το κοινό
- καθένα από τα ντουλαπάκια που βρίσκονται σε ταχυδρομεία, τράπεζες κ.λπ. και στα οποία φυλάσσονται έγγραφα, αλληλογραφία, χρήματα κ.ά.
- άνοιγμα ή ειδικό ντουλαπάκι σε όχημα ή σκεύος που ταπώνεται με πώμα
- η μπουκαπόρτα, η φορτοθυρίδα
- η κανονιοθυρίδα, το άνοιγμα που άνοιγε στα πλαϊνά του πλοίου για να βγει η κάννη του κανονιού
- καθένα από τα δύο τμήματα οστρακοειδών ή καρκινοειδών
- καθένα από τα δύο φύλλα της πύλης του αγίου βήματος σε ιερό
Παραδείγματα
“Άφησε το γράμμα στη θυρίδα του ταχυδρομείου.”
He left the letter in the post office box.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free