Meaning of τομέας | Babel Free
/toˈme.as/Ορισμοί
- μέρος από ένα έργο, μια δραστηριότητα ή μια υπηρεσία
- μια περιοχή ή ένα επίπεδο σε ένα αφηρημένο χώρο, ένα πεδίο μελέτης, θεματικό πεδίο
- η επιστημονική ή καλλιτεχνική ειδικότητα κάποιου
- υποδιαίρεση μιας πόλης ή περιοχής, που εξυπηρετεί την καλύτερη διοίκηση
- διοικητική υποδιαίρεση ενός πανεπιστημιακού τμήματος
- το μέρος ενός κύκλου που ορίζεται από δύο ακτίνες και το τόξο που υπάρχει μεταξύ τους
- το καθένα από τα τέσσερα άνω και κάτω μπροστινά δόντια της οδοντοστοιχίας
- sector: ένα από τα σταθερής χωρητικότητας τμήματα (πχ. 512 bytes) στα οποία χωρίζεται ένας μαγνητικός ή οπτικός δίσκος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ο τομέας των πιστοδοτήσεων”
“οι τομείς της φιλοσοφίας”
“Δεν το γνωρίζω το θέμα. Δεν είναι ο τομέας μου.”
“(συνεκδοχικά) τα διοικητικά μέλη ενός πανεπιστημικαού τμήματος”
“αύριο συνεδριάζει ο νεοελληνικός τόμεας”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.