τομέας
Ορισμοί
- μέρος από ένα έργο, μια δραστηριότητα ή μια υπηρεσία
- μια περιοχή ή ένα επίπεδο σε ένα αφηρημένο χώρο, ένα πεδίο μελέτης, θεματικό πεδίο
- η επιστημονική ή καλλιτεχνική ειδικότητα κάποιου
- υποδιαίρεση μιας πόλης ή περιοχής, που εξυπηρετεί την καλύτερη διοίκηση
- διοικητική υποδιαίρεση ενός πανεπιστημιακού τμήματος
- το μέρος ενός κύκλου που ορίζεται από δύο ακτίνες και το τόξο που υπάρχει μεταξύ τους
- το καθένα από τα τέσσερα άνω και κάτω μπροστινά δόντια της οδοντοστοιχίας
- sector: ένα από τα σταθερής χωρητικότητας τμήματα (πχ. 512 bytes) στα οποία χωρίζεται ένας μαγνητικός ή οπτικός δίσκος
Ισοδύναμα
38 more languages
Danskcirkeludsnit
Esperantosekcio
Gàidhligclàr-fhiacaill
עבריתגזרה
Íslenskaframtönn
ქართულისაჭრელი კბილი
Slovenčinarezák
Slovenščinasekalec
Svenskasektor
Kiswahilisekta
Тоҷикӣхоҷагӣ
ไทยฟันตัด
Tagalogliha
Українськасектор
Tiếng Việtrăng cửa
Παραδείγματα
“ο τομέας των πιστοδοτήσεων”
“οι τομείς της φιλοσοφίας”
“Δεν το γνωρίζω το θέμα. Δεν είναι ο τομέας μου.”
“(συνεκδοχικά) τα διοικητικά μέλη ενός πανεπιστημικαού τμήματος”
“αύριο συνεδριάζει ο νεοελληνικός τόμεας”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free