Σημασία του ακριβής | Babel Free
a.kɾiˈvisΟρισμοί
- που υπολογίζεται με τρόπο απόλυτο και όχι κατά προσέγγιση
- γενική ενικού, θηλυκού γένους (ακριβή) του ακριβός
- που προσδιορίζεται με τρόπο απόλυτο, με σαφήνεια και με κάθε λεπτομέρεια και όχι κατά προσέγγιση
- που διατυπώνεται ή ορίζεται με τρόπο σαφή και αποδίδει απόλυτα κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μην αφήνει περιθώρια λάθους ή παρερμηνείας
- που διακρίνεται από συνέπεια, ο συνεπής, ο τακτικός
Ισοδύναμα
Deutsch
akkurat
exakt
fehlerfrei
fristgerecht
genau
pünktlich
rechtzeitig
rechtzeitig
sauber
wahrheitsgemäß
zeitgerecht
Esperanto
momenta
Español
puntual
Français
à l’heure
à l’heure
à temps
Conforme
conformé
conformé
exact
Exact
juste
ponctuel
précis
précis
Galego
puntual
עברית
בזמן
Bahasa Indonesia
cermat
Italiano
accurate
accurato
aggiustato
aggiustato
esatta
esatta
esatti
esatti
esatto
esatto
esatto
fedele
fedele
precise
precise
precisi
precisi
preciso
preciso
puntuale
日本語
迫真
Polski
aorystyczny
celny
czasowy
na czas
o czasie
okazjonalny
prawidłowy
precyzyjny
punktualny
ścisły
w porę
Português
acurado
Türkçe
dakik
中文
正確
ZH-TW
正確
Παραδείγματα
“ακριβείς διαστάσεις, ακριβές μέγεθος, ακριβής τιμή”
“ακριβής ώρα, ακριβής διάγνωση”
“ακριβής μετάφραση, ακριβής διατύπωση, ακριβείς πληροφορίες”
“Είναι ακριβής στα ραντεβού του.”
“παλιότερη γραφή: ἀκριβῆς”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free