Meaning of πάνω | Babel Free
/ˈpa.no/Ορισμοί
- στην επιφάνεια ενός πράγματος
- σε ψηλότερο σημείο
-
που βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο adjective
- δίπλα, πολύ κοντά
- εχθρική διάθεση, εναντίωση
- στην πιο κατάλληλη στιγμή
- αναφορικά, σχετικά με, σε σχέση με κάτι
- κατοχή αντικειμένου ή μέσων, μαζί με κάποιον, δίπλα σε κάποιον
Παραδείγματα
“ο πάνω όροφος”
the upper floor
“Μη βάζεις τα πόδια σου πάνω στο τραπέζι!”
Do not put your feet on the table!
“Το γραφείο του βρίσκεται ένα όροφο πάνω/από πάνω από το δικό μου.”
His office is one floor above mine.
“Κρέμασε τον πίνακα πάνω στον αριστερό τοίχο.”
“Το γραφείο του βρίσκεται ένα όροφο πάνω από το δικό μου.”
“και από πάνω”
“οικόπεδο πάνω στο κύμα”
“όρμησε πάνω μου”
“Ήρθε πάνω στην ώρα.”
“Ποια είναι η γνώμη σου πάνω σε αυτό;”
“Έχεις κινητό πάνω σου;”
“Κρατάς πάνω σου λεφτά;”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.