Meaning of πειθαρχία | Babel Free
/pi.θaɾˈçi.a/Ορισμοί
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πειθαρχώ, η υπακοή σε κάποιες αρχές, κανόνες, νόμους ή στις διαταγές κάποιου ιεραρχικά ανώτερου
Ισοδύναμα
English
Obedience
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.