HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κερί | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/cerˈri/

Ορισμοί

  1. ουσία που εκκρίνουν οι μέλισσες και με την οποία φτιάχνουν την κερήθρα τους
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. επίμηκες κυλινδρικό αντικείμενο από κερί (ή παραφίνη) που έχει ενσωματωμένο ένα νήμα (φιτίλι) και χρησιμεύει ως πηγή φωτισμού
  4. κιτρινωπή ουσία που εκκρίνεται από τα αφτιά

Ισοδύναμα

English candle earwax wax

Παραδείγματα

“※ Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κονό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο ..., Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)”
“αρωματικά κεριά, άναψα ένα κερί στον άγιο”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κερί used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course