Meaning of κερί | Babel Free
/cerˈri/Ορισμοί
- ουσία που εκκρίνουν οι μέλισσες και με την οποία φτιάχνουν την κερήθρα τους
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- επίμηκες κυλινδρικό αντικείμενο από κερί (ή παραφίνη) που έχει ενσωματωμένο ένα νήμα (φιτίλι) και χρησιμεύει ως πηγή φωτισμού
- κιτρινωπή ουσία που εκκρίνεται από τα αφτιά
Παραδείγματα
“※ Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κονό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο ..., Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)”
“αρωματικά κεριά, άναψα ένα κερί στον άγιο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.